Skip to content
Advertisements

Η χρηματιστηριακή κρίση του 1929 και η μεγάλη ύφεση Μέρος Β’ – Η Ανάκαμψη

Κατασκευή δρόμου από Franklin D. Roosevelt Library and Museum

Είδαμε σε προηγούμενο άρθρο ότι αυτό που πυροδότησε την κρίση ήταν η κατάρρευση του χρηματιστηρίου μετά από τη φούσκα που είχε δημιουργηθεί και η προσκόλληση της κεντρικής τράπεζας σε έναν αυστηρό κανόνα που δεν της επέτρεπε να δημιουργήσει μεγαλύτερες ποσότητες χρήματος χωρίς να έχει αντίκρισμα σε χρυσό. Οι εμπορικές τράπεζες είχαν επενδύσει τις καταθέσεις των πελατών τους στο χρηματιστήριο με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσουν μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας με την πτώση των τιμών των μετοχών, χωρίς να μπορούν να βασιστούν στην κεντρική τράπεζα για βοήθεια, αφού αυτή δεν μπορούσε πλέον να δημιουργήσει νέο χρήμα.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων λήφθηκαν δραστικά μέτρα, τα οποία και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα για το υπόλοιπο του 20ου αιώνα. Τα μέτρα που λήφθηκαν κατηγοριοποιούνται σε δύο κατηγορίες. Την αποκόλληση από πολλές από τις ακαμψίες που προκαλούσε η προσκόλληση στον κανόνα του χρυσού και η αυστηρότερη ρύθμιση του τραπεζικού κλάδου. ας δούμε όμως αυτές τις κατηγορίες μέτρων αναλυτικότερα.

Όπως αναφερθήκαμε και στο προηγούμενο άρθρο κάποια στιγμή ο πρόεδρος Ρούζβελτ απαγόρευσε την κατοχή χρυσού σε ράβδους, νομίσματα ή πιστοποιητικά από ιδιώτες. Στην ουσία ανέστειλε την μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, καταργώντας έτσι τον κανόνα του χρυσού που ίσχυε εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν μια κίνηση που έγινε σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Η Μ. Βρετανία και οι Σκανδιναβικές χώρες εγκατέλειψαν τον κανόνα του χρυσού το 1931, οι Ηνωμένες Πολιτείες από ότι είδαμε ότι αποκολλήθηκαν από τον κανόνα το 1933, ενώ χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία, το Βέλγιο και η Ελβετία, το αποκαλούμενο τότε «χρυσό μπλοκ», παρέμειναν στον κανόνα του χρυσού μέχρι το 1935 ή το ’36. Σύμφωνα με την παραδοχή του τωρινού διοικητή της κεντρικής τράπεζας των Ηνωμένων πολιτειών, Ben Bernanke, όσο συντομότερα «άφηνε» μια χώρα τον κανόνα του χρυσού, τόσο συντομότερα ανέκαμπτε από την κρίση.

Πρακτικά η αποκόλληση από τον κανόνα του χρυσού επέτρεψε στις χώρες να αυξήσουν το απόθεμα χρήματος στις οικονομίες τους χωρίς περιορισμούς. Η αύξηση της ποσότητας του χρήματος μέσω του συστήματος κλασματικών αποθεμάτων και της διοχέτευσης χρήματος από την κεντρική τράπεζα στις εμπορικές τράπεζες έδωσε ώθηση στην αγορά για να ξεπεραστεί η κρίση.

Το πιο σημαντικό μέτρο που λήφθηκε όμως ήταν η ψήφιση του Νόμου Glass – Steegall (G-S). Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο ότι η μεγάλη ύφεση πυροδοτήθηκε από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου. Οι εμπορικές τράπεζες που είχαν επενδύσει τις καταθέσεις των πελατών τους σε μετοχές κατέρρευσαν, προκαλώντας πανικό που οδήγησε στην κατάρρευση χιλιάδων τραπεζών. Εκατομμύρια καταθέτες έχασαν τα χρήματά τους. Η δυσπιστία προς τις τράπεζες ήταν τόσο μεγάλη που ληστές τραπεζών, όπως οι Bonnie και Clyde, εξελίχθηκαν σε λαϊκά ινδάλματα.

Ο νόμος G-S επέβαλε για πρώτη φορά αυστηρούς περιορισμούς στη λειτουργία των τραπεζών. Συγκεκριμένα διαχώρισε τις τράπεζες σε δύο κατηγορίες, εμπορικές και επενδυτικές. Κάθε τράπεζα μπορούσε να διαλέξει μόνο μία από τις δύο δραστηριότητες. Οι εμπορικές δεχόταν καταθέσεις και χορηγούσαν δάνεια, ενώ οι επενδυτικές ασχολούνταν με χρηματιστηριακές εργασίες και δε δεχόταν καταθέσεις.

Πριν την ψήφιση του νόμου δεν μπορούσε κανείς να διαχωρίσει τους τραπεζίτες από τους χρηματιστές. Αυτό δημιουργούσε διάφορα προβλήματα. Εκτός από τον προφανή κίνδυνο να «πέσει» το χρηματιστήριο και να χαθούν οι καταθέσεις των πελατών, πράγμα που έγινε τελικά, δημιουργούνταν και διάφορα ασυμβίβαστα. Μια τράπεζα που είχε χορηγήσει δάνειο σε μια εταιρεία και ακολούθως αναλάμβανε ανάδοχος στην έκδοση νέων μετοχών ή την πώληση παλιών, είχε συμφέρον να προβεί σε πρακτικές που φούσκωναν την τιμή της, για να αυξήσουν τα έσοδα της εταιρείας και να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή του δανείου της ακόμα και αν τα οικονομική στοιχεία της εταιρείας δεν ήταν τόσο ανθηρά.

Παράλληλα με τον ίδιο νόμο θεσπίστηκε η ασφάλιση των καταθέσεων μέσω της ίδρυσης του Ομοσπονδιακού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων (Federal Deposit Insurance Corporation). Οι εμπορικές τράπεζες πλέον μπορούσαν να τοποθετήσουν τις καταθέσεις των πελατών τους αποκλειστικά σε νέα δάνεια, που είναι λιγότερο επισφαλή από τις μετοχές. Επί πλέον τράπεζες που είχαν ανάγκη ρευστότητας μπορούσαν να προεξοφλήσουν[1] την απαίτησή τους έναντι ενός δανειολήπτη από την κεντρική τράπεζα.

Οι καταθέσεις λοιπόν διασφαλίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Οι τράπεζες δεν μπορούσαν πλέον να «παίξουν» στο χρηματιστήριο με τα λεφτά των πελατών τους και αν χρειαζόταν επείγουσα ρευστότητα μπορούσαν πλέον να την αποκτήσουν. Όποιος καταθέτης ήθελε συνειδητά να επενδύσει στο χρηματιστήριο μπορούσε να απευθυνθεί σε μια επενδυτική τράπεζα.

Ο αυστηρός περιορισμός δραστηριοτήτων που επέβαλε ο νόμος G-S διατηρήθηκε μέχρι το 1999, όταν ανακλήθηκε οριστικά με το νόμο Gramm – Leach – Bliley που προώθησε η κυβέρνηση Κλίντον μετά από ασφυκτικές πιέσεις από τον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας. Η άρση αυτών των περιορισμών και η αποτυχία του χρηματοπιστωτικού τομέα να αυτό ρυθμιστεί αποτελούν κατά πολλούς ένα από σημαντικότερα αίτια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008.

Οι πετυχημένες λύσεις που δόθηκαν στην κρίση του 1929 και στην μεγάλη ύφεση που την ακολούθησε ήταν η αύξηση της ποσότητας του χρήματος στην οικονομία που κατέστη εφικτή με την αύξηση της χορήγησης δανείων μετά την αποκόλληση από τον κανόνα του χρυσού και η αυστηρότατη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Πετυχημένα μέτρα, εκ διαμέτρου αντίθετα με αυτά που προτείνονται και εφαρμόζονται, ανεπιτυχώς βέβαια, στη σημερινή κρίση …


[1] Οι εμπορικές τράπεζες αντλούν τα έσοδά τους από τα δάνεια που χορηγούν στους πελάτες τους. Ένας πελάτης που έχει ανάγκη από €1.000 σήμερα τα παίρνει από μια τράπεζα υπογράφοντας ένα έγγραφο που δίνει στην τράπεζα το δικαίωμα να απαιτήσει από αυτόν σε ένα χρόνο από σήμερα €1.100. Αν εν τω μεταξύ, στο εξάμηνο η τράπεζα χρειαστεί ρευστότητα μπορεί να προεξοφλήσει αυτή την απαίτηση από την κεντρική τράπεζα έναντι ενός μικρότερου ποσού. Εκχωρεί λοιπόν την απαίτηση των €1.100 στην κεντρική τράπεζα και παίρνει από αυτήν €1.050.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: